Θεωρείται το πιο θαυμαστό τετράτροχο στην ιστορία της παγκόσμιας αυτοκίνησης. Ένα αριστούργημα του Maranello, το αυτοκίνητο που θέλουν να έχουν στη συλλογή τους όλοι οι μεγάλοι συλλέκτες.
Για να αποκτήσει κάποιος μία από τις 39 μονάδες της εκθαμβωτικής 250 GTO που παρήχθησαν από το 1962 έως το 1964 πρέπει να δώσει «γη και ύδωρ». Είναι με τεράστια διαφορά το ακριβότερο όχημα του κόσμου.
Τον Οκτώβριο του 2014, η 250 GTO με αριθμό πλαισίου 5111 πουλήθηκε για 46,8 εκατομμύρια ευρώ. Τον Ιούνιο του 2018 όμως, η 250 GTO του 1963 με αριθμό σασί 4153 έγινε το αντικείμενο του πόθου για τον David MacNeil. Ο επικεφαλής της εταιρείας WeatherTech, έδωσε ένα εξωπραγματικό ποσό για την κάνει δική του.
Όπως ανέφεραν τότε τα μεγαλύτερα και πιο αξιόπιστα Μέσα που ασχολούνται με κλασικά οχήματα, η τιμή πώλησης κυμάνθηκε μεταξύ 70.000.000 και 80.000.000 ευρώ.
Κανείς δεν το διέψευσε, ούτε το επιβεβαίωσε. Η αγοραπωλησία δεν έγινε στο πλαίσιο δημοπρασίας κάποιου διάσημου οίκου, αλλά κάτω από άκρα μυστικότητα.
Πλέον, η τιμή της 250 GTO αναμένεται να εκτοξευτεί κι άλλο. Δικαστήριο της Μπολόνια αναγνώρισε το όχημα ως έργο τέχνης, προστατεύοντάς το από απομιμήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους πίνακες ζωγραφικής των σπουδαίων καλλιτεχνών.
Ο δικαστής ανέφερε πως η 250 GTO δεν αντιγράφεται. Είναι ένα μοναδικό, θρυλικό αυτοκίνητο. Ανήκει αποκλειστικά στη Ferrari και αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως έργο τέχνης.
Πηγή: Zougla.gr

Χριστουγεννιάτικα δώρα στους Τροχονόμους: Το παράξενο έθιμο που προηγήθηκε των... φαναριών
Λέγεται ότι το έθιμο ξεκίνησε όταν ο προπολεμικός δήμαρχος Κώστα Κοτζιάς (από τον οποίο έχει πάρει και την ονομασία της η σχετική πλατεία) άφησε το 1936 στα πόδια του τροχονόμου δυο γαλοπούλες, ως πρωτοχρονιάτικο δώρο.
Πριν μπουν τα φανάρια στους δρόμους, υπήρχαν τροχονόμοι μέσα σε κουβούκλια οι οποίοι ρύθμιζαν την κυκλοφορία, ενίοτε μάλιστα με κίνδυνο της ζωής τους και φυσικά πολύ συχνά υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες.
Μπορεί το έθιμο να ξεκίνησε με γαλοπούλες, αλλά επεκτάθηκε σε κάθε λογής δώρα και «καλούδια». Το επάγγελμα του Τροχονόμου εκλήφθη ως λειτούργημα με κοινωφελή δράση και ο χαμηλός μισθός του αύξησε την εορταστική «δημοφιλία» του.
Παραμονές εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, απλοί πολίτες, ιδιώτες και εταιρείες συνήθιζαν να αφήνουν τα δώρα τους στο βαρέλι του τροχονόμου στο Σύνταγμα, στα Χαυτεία, στους Αμπελόκηπους, στην Κηφισιά.
Τρόφιμα, ποτά, γλυκά, τσιγάρα τα πρώτα χρόνια (η παράδοση συνεχίστηκε για πολλά χρόνια μετά την Κατοχή) και οτιδήποτε έβαζε ο νους μετά το ’60. Υφάσματα, μωσαϊκά, πλακάκια, μάρμαρα, εκπτωτικά κουπόνια για την κρεαταγορά μέχρι και ηλεκτρικές συσκευές, συναθροίζονταν στα πόδια του τροχονόμου, ο οποίος κάποιες φορές μετά βίας ξεχώριζε ανάμεσα στα δώρα.
Την παλιά εποχή οι πολιτικάντηδες έκαναν τη λεζάντα τους, δίνοντας στους Τροχονόμους φάκελους με χρήματα… συνοδεία βέβαια φωτογράφου για το σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα.
Η ευρηματικότητα δε του Έλληνα για δωρεάν διαφήμιση κατέστησε την προσφορά στον Τροχονόμο περίοπτη υπόθεση. Οι εταιρείες έδιναν... μάχη για να προβληθούν με αφίσες τους δίπλα στα πακέτα.
Τα καλούδια συγκεντρώνονταν στα κεντρικά γραφεία της Τροχαίας και ακολουθούσε διανομή. Κάπως έτσι η Τροχαία ανταπέδιδε επιστρέφοντας τις γιορτινές μέρες στους παραβάτες του ΚΟΚ τις πινακίδες που «σήκωνε…»
Το έθιμο σταμάτησε τη δεκαετία του ’70 με την τοποθέτηση των φαναριών.
