Η Aston Martin DB2 αποτελεί ένα από τα σπανιότερα μοντέλα της βρετανικής φίρμας έχοντας παραχθεί σε μόλις 411 αντίτυπα εκ των οποίων μόλις τα 98 δεν διέθεταν μεταλλική οροφή αλλά υφασμάτινη.
Η παραγωγή της ξεκίνησε το 1950 και ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, με τον εξακύλινδρο κινητήρα των 2,6 λίτρων να φτάνει στην ισχυρότερη εκδοχή του στους 125 ίππους.
Πίσω στο 1950, μια καινούργια Aston Martin DB2 κόστιζε 1.914 λίρες Αγγλίας (περίπου 2.300 ευρώ), σήμερα φυσικά η αξία του σπάνιου τετράτροχου είναι πολλαπλάσια γεγονός που μας επιβεβαιώνει η τιμή πώλησης του αυτοκινήτου που έχετε μπροστά στις οθόνες σας.
Μια Aston Martin DB2 Drophead η οποία μετά βίας μπορεί να σταθεί στην άσφαλτο χωρίς να σκορπίζει τα κομμάτια της στην άσφαλτο.
Παρά το γεγονός, βέβαια, ότι η κατάσταση του βρετανικού roadster δείχνει μη αναστρέψιμη, δεν παύει να αποτελεί ένα πολύτιμο κομμάτι μετάλλου ή για να είμαστε πιο ακριβείς σκουριάς, με την αξία του να υπολογίζεται στα 135.000 δολάρια.
Αυτή είναι τουλάχιστον η τιμή στην οποία προσφέρεται στο www.classiccars.com και θα μπορούσε να θεωρηθεί λογική μιας και μια Aston Martin DB2 Drophead σε κατάσταση βιτρίνας κοστίζει περισσότερα από 475.000 δολάρια.
Πηγή: Caranddriver.gr

Τα παλιά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι μια καλή επένδυση
Τα τελευταία χρόνια η αξία των παλιών αυτοκινήτων ανεβαίνει κάτι που έχει φανεί στα αποτελέσματα των δεκάδων δημοπρασιών που γίνονται κάθε χρόνο. Σύμφωνα με μια μελέτη του The Economist που σύγκρινε τα αυτοκίνητα, τα διαμάντια, το κρασί, τα έργα τέχνης και τα ρολόγια, ανακάλυψε πως τα αυτοκίνητα είναι αυτά που έχουν δει την αξία τους να ανεβαίνει, ειδικά μετά το 2010.
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα πως αν κάποιος θέλει να επενδύσει σήμερα, τότε δεν πρέπει να επενδύσει σε ρολόγια ή κοσμήματα, αλλά σε αυτοκίνητα. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί πως ούτε η αγορά των πινάκων ζωγραφικής δεν κατόρθωσε να φτάσει στο επίπεδο της αγοράς των κλασικών αυτοκινήτων.
Σύμφωνα με την μελέτη, ο αριθμός των εξαιρετικά πλούσιων ανθρώπων αυξήθηκε από 11 σε 16,5 εκατομμύρια τα τελευταία πέντε χρόνια. Την ίδια στιγμή, τα χρήματά αυτών ξεπερνούν πλέον τα 100 τρισεκατομμύρια δολάρια, όταν πέντε χρόνια πριν άγγιζαν τα 63,5 τρισ. δολάρια.
