Το 2021 είναι η χρονιά στην οποία το Fiat Professional Ducato κλείνει 40 χρόνια ένδοξης πορείας στην αγορά. Ένα όνομα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1981. Πρόκειται για ένα μοντέλο που αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πλέον αναγνωρισμένα και επιτυχημένα επαγγελματικά μοντέλα στην Ευρώπη. Οι μεταφορικές του δυνατότητες, η ευελιξία του, το υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας, αλλά και το χαμηλό κόστος χρήσης, αναγνωρίστηκαν από του Ευρωπαίους επαγγελματίες, με αποτέλεσμα το 2020 να διατεθούν στην αγορά 150.000 μονάδες που αντιστοιχούν σε μερίδιο αγοράς 20,5%, επίδοση που μεταφράζεται σε αύξηση 3% σε επίπεδο αγοράς και αύξηση 7,6% σε επίπεδο αριθμού μονάδων.
Πριν από 40 χρόνια, το Ducato, έφερε επανάσταση στην κατηγορία των μεγάλων ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων χάρη στο μεγάλο χώρο φόρτωσης, τις πρακτικές λύσεις, αλλά και την κίνηση στους εμπρός τροχούς. Η παράγωγή ξεκίνησε το 1981 στο εργοστάσιο του Sevel (Società Europea Veicoli Leggeri) στο Val di Sangro της Β. Ιταλίας και παραμένει μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο. Η συγκεκριμένη μονάδα παραγωγής είναι το μεγαλύτερο εργοστάσιο LCV στον κόσμο και απασχολεί άνω των 6.000 εργαζομένων.
Με την πάροδο του χρόνου, το Ducato βελτιωνόταν συνεχώς αποτελώντας πάντα το σημείο αναφοράς στην κατηγορία, ενώ παράλληλα προσέφερε και τις περισσότερες επιλογές, με περισσότερες από 10.000 διαφορετικές εκδόσεις να έχουν διατεθεί σε περισσότερες από 80 χώρες σε όλο τον κόσμο. Αυτή η εκπληκτική ευελιξία που παρέχει το πλαίσιο του Ducato το έχει καταστήσει και ως την πλέον δημοφιλή βάση για κατασκευή αυτοκινούμενων τροχόσπιτων, με περισσότερες από 500.000 οικογένειες στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία να το έχουν επιλέξει για τα ταξίδια τους.
Παράλληλα με τη στιβαρότητα, την πρακτικότητα και την αξιοπιστία, το Ducato, αποτελεί ηγέτη και στις σύγχρονες τεχνολογίες που κάνουν πιο ασφαλή και άνετη τη ζωή του επαγγελματία οδηγού, όπως είναι τα προηγμένα συστήματα υποβοήθησης της οδήγησης (ADAS), η εξελιγμένη συνδεσιμότητα και το σύγχρονο αυτόματο κιβώτιο.
Τέλος το E-Ducato έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα στα αμιγώς ηλεκτρικά επαγγελματικά μοντέλα. Όλα τα παραπάνω εξασφάλισαν την πρωτιά στην Ευρώπη που επιβεβαιώθηκε με τη φετινή επιτυχία, αλλά και σημαντική επιτυχία σε όλο τον κόσμο, από τη Ρωσία και τη Λατινική Αμερική, μέχρι τη Μέση Ανατολή και την Αυστραλία.

Η Ε.Ε. δίνει στις αυτοκινητοβιομηχανίες περισσότερο χρόνο για να επιτύχουν τους στόχους CO2
Ενώ οι κανονισμοί για τις εκπομπές ρύπων παραμένουν εξίσου αυστηροί με πριν, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν λάβει επιπλέον χρόνο για να επιτύχουν τους νέους στόχους για το 2025. Αντί να αναγκαστούν λοιπόν να συμμορφωθούν μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν τώρα δύο επιπλέον χρόνια στη διάθεσή τους για να μειώσουν τις μέσες εκπομπές CO₂ σε ολόκληρο τον στόλο τους.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιτρέψει στις αυτοκινητοβιομηχανίες να επιτύχουν τους στόχους τους με βάση τις μέσες εκπομπές κατά την περίοδο 2025-2027 και όχι μόνο το 2025. Η ψηφοφορία πέρασε με 458 ψήφους υπέρ, 101 κατά και 14 αποχές. Το τρέχον έτος σηματοδοτεί την έναρξη ενός ετήσιου στόχου μείωσης κατά 15% για την περίοδο 2025-2029 σε σύγκριση με το διάστημα 2020-2024, που απαιτεί από τις εταιρείες να έχουν μέσο όρο 93,6 g/km.
Από το 2030, η ΕΕ θα επιβάλει έναν ακόμη πιο αυστηρό στόχο εκπομπών σε ολόκληρο τον στόλο, 49,5 g/km, και θα ακολουθήσει ένας φιλόδοξος, ίσως κάποιοι να πουν μη ρεαλιστικός, στόχος 0 g/km από το 2035. Τεχνικά, οι θερμικοί κινητήρες δεν θα απαγορευτούν εντελώς μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Ωστόσο, αν τα συνθετικά καύσιμα ή οι κινητήρες υδρογόνου δεν κερδίσουν σημαντικά έδαφος μέσα στα επόμενα 10 χρόνια, μπορούμε κάλλιστα να προετοιμαστούμε να πούμε αντίο στα νέα οχήματα εσωτερικής καύσης στις 27 χώρες της ΕΕ.
Εν τω μεταξύ, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανασαίνουν με ανακούφιση, γνωρίζοντας ότι δεν χρειάζεται πλέον να επιτύχουν τον στόχο μέχρι το τέλος του 2025. Ο Rolf Woller, υπεύθυνος επενδύσεων του VW Group, προηγουμένως είχε εκτιμήσει πως η εταιρία του θα είχε να αντιμετωπίσει πρόστιμα ύψους περίπου 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για την υπέρβαση των εκπομπών ρύπων.
