Από ρεκόρ σε ρεκόρ οι πωλήσεις της Skoda. Η τσέχικη εταιρεία, μέλος του Ομίλου της VW, αύξησε τις παραδόσεις αυτοκινήτων της τον Ιούλιο κατά 3,1% με 102.700 αυτοκίνητα, τη στιγμή που ο αντίστοιχος Ιούλιος του 2018 έφτασε τις 99.700 οχήματα. Πρόκειται για τον καλύτερο Ιούλιο στην ιστορία της μάρκας όπου πέτυχε εντυπωσιακή αύξηση στις σημαντικότερες αγορές του πλανήτη με όπλο της τα SUV της, Karoq και Kodiaq.
Ο Alain Favey, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Skoda Auto για πωλήσεις και μάρκετινγκ, ανέφερε: «Για πρώτη φορά στην ιστορία μας, έχουμε παραδώσει περισσότερα από 100.000 οχήματα τον Ιούλιο. Είμαστε ενθουσιασμένοι με την υψηλή ζήτηση για τα μοντέλα Kodiaq και Karoq. Αυτό υπογραμμίζει το γεγονός ότι πετύχαμε τους στόχους μας με την καμπάνια για τα SUV του brand. Τους επόμενους μήνες, αναμένουμε ακόμα περισσότερη αύξηση με την κυκλοφορία του νέου SUV πόλης, του Skoda Kamiq».
Στη Δυτική Ευρώπη, οι παραδόσεις αυξήθηκαν κατά 12,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο με 45.600 οχήματα. Παράλληλα, πραγματοποίησε 18.600 παραδόσεις σε πελάτες στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αγορά της, τη Γερμανία, κάτι που μεταφράζεται σε μια αύξηση της τάξης του+ 16.2%. Η Skoda παρουσίασε εντυπωσιακή αύξηση στη Γαλλία (3.000 οχήματα, + 24.2%), Ιταλία (2.500 οχήματα, + 31.2%), Ολλανδία (1.800 οχήματα, + 57.7%), Σουηδία (1.400 οχήματα, + 84.0% οχήματα, + 17,5%) και την Ελλάδα (300 οχήματα, + 38,4%).
Στην Κεντρική Ευρώπη, η Skoda σημείωσε σημαντική αύξηση σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, με 17.500 παραδόσεις (+11.2%). Στην Τσεχία, ο κατασκευαστής παρέδωσε στους πελάτες του συνολικά 8.000 οχήματα τον Ιούλιο (+12.1% ενώ πέτυχε διψήφια ανάπτυξη και στην Πολωνία (+11.3%), Σλοβακία (+ 16.6%) και Κροατία (+18.1%). Στην Ανατολική Ευρώπη οι παραδόσεις της Skoda αυξήθηκαν κατά 18,4% με τη Ρωσία να καταγράφει άνοδο 10.4% και στις Βαλτικές χώρες αύξηση +60,1%. Παρόμοια αύξηση υπήρξε και σε χώρες όπως την Ουκρανία, Σερβία κλπ. (700 οχήματα, + 59,5%), Σερβία (700 οχήματα + 20,1%), Καζακστάν (200 οχήματα + 58,3% και τη Βοσνία (200 οχήματα, + 21,6%).

Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό; Οι δασμοί Τραμπ και το μέλλον της αυτοκινητοβιομηχανίας
Η επιβολή δασμών 25% στα εισαγόμενα αυτοκίνητα από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις κορυφαίων αναλυτών της Wall Street και της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι πολιτικές αυτές αναμένεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις, οδηγώντας σε πτώση των πωλήσεων κατά εκατομμύρια αυτοκίνητα ετησίως, αύξηση των τιμών τόσο στα καινούργια όσο και στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, και ένα συνολικό αυξημένο κόστος που ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια για τον κλάδο.
Το 2025 η σημαντικότερη χρονιά στην ιστορία του κλάδου
Ο Felix Stellmaszek, παγκόσμιος επικεφαλής της Boston Consulting Group για την αυτοκινητοβιομηχανία και την κινητικότητα, χαρακτηρίζει το 2025 ως την πιθανώς σημαντικότερη χρονιά στην ιστορία του κλάδου. Επισημαίνει ότι οι δασμοί δεν δημιουργούν απλώς άμεσες πιέσεις κόστους, αλλά επιβάλλουν θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο και τον τόπο κατασκευής των αυτοκινήτων.
Η Boston Consulting Group, μια συμβουλευτική εταιρία διαχείρισης, εκτιμά ότι οι δασμοί θα επιβαρύνουν την αυτοκινητοβιομηχανία με ένα επιπλέον κόστος της τάξεως των 110 έως 160 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Αυτό το αυξημένο κόστος αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά το 20% των εσόδων της αμερικανικής αγοράς νέων αυτοκινήτων, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής τόσο για τους Αμερικανούς όσο και για τους ξένους κατασκευαστές.
Το κόστος για αυτοκινητοβιομηχανίες μόνο στις ΗΠΑ θα αυξηθεί κατά 107,7 δισ. δολάρια
Ακόμη πιο συγκεκριμένη είναι η ανάλυση του Center for Automotive Research, ενός μη κερδοσκοπικού think tank με έδρα το Μίσιγκαν, το οποίο προβλέπει ότι το κόστος για τις αυτοκινητοβιομηχανίες μόνο στις ΗΠΑ θα αυξηθεί κατά 107,7 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται 41,9 δισεκατομμύρια δολάρια που θα επιβαρύνουν τους τρεις μεγάλους κατασκευαστές του Ντιτρόιτ, General Motors, Ford και Stellantis.
Οι αναλύσεις λαμβάνουν υπόψη τόσο τους ήδη επιβληθέντες δασμούς 25% στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, όσο και τους επικείμενους δασμούς του ίδιου ποσοστού στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων που αναμένεται να τεθούν σε ισχύ από τις 3 Μαΐου.
Επιπτώσεις στους καταναλωτές και μείωση των πωλήσεων
Ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι προμηθευτές ενδέχεται να απορροφήσουν ένα μέρος αυτών των αυξήσεων του κόστους, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ένα σημαντικό μέρος θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές, οδηγώντας αναπόφευκτα σε μείωση των πωλήσεων.
Ο αναλυτής της Goldman Sachs, Μάρκ Ντιλάνεϊ, σε σημείωμά του προς τους επενδυτές, εκτιμά ότι οι προτεινόμενοι δασμοί θα αυξήσουν το κόστος τόσο των εισαγόμενων όσο και των εγχώριας κατασκευής αυτοκινήτων στις ΗΠΑ κατά ένα χαμηλό έως μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό χιλιάδων δολαρίων κατά μέσο όρο.
Θεωρεί δε δύσκολο για την αυτοκινητοβιομηχανία να μετακυλίσει πλήρως αυτή την αύξηση στους καταναλωτές, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου η καταναλωτική ζήτηση παρουσιάζει σημάδια εξασθένησης.
Η Goldman Sachs προβλέπει ότι οι τιμές των νέων αυτοκινήτων στις ΗΠΑ θα αυξηθούν κατά περίπου 2.000 έως 4.000 δολάρια τους επόμενους 6 έως 12 μήνες, προκειμένου να αντικατοπτρίζουν το αυξημένο κόστος των δασμών.
Οι επιπτώσεις στην αγορά και στην οικονομία
Την ίδια στιγμή, το καταναλωτικό κλίμα στις ΗΠΑ επιδεινώθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο τον Απρίλιο, με το αναμενόμενο επίπεδο πληθωρισμού να φτάνει στο υψηλότερο σημείο από το 1981, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.
Η Telemetry, μια εταιρεία συμβούλων αυτοκινήτων, προβλέπει ότι το υψηλότερο κόστος παραγωγής και ανταλλακτικών θα οδηγήσει σε μείωση των πωλήσεων στις ΗΠΑ και τον Καναδά κατά περισσότερα από 2 εκατομμύρια αυτοκίνητα ετησίως, γεγονός που αναμένεται να έχει ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία.
Αβέβαιο μέλλον
Συνολικά, το μέλλον της αυτοκινητοβιομηχανίας υπό το βάρος των δασμών του Τραμπ παραμένει αβέβαιο. Οι αναλυτές συμφωνούν ότι οι αυξήσεις των τιμών και η μείωση των πωλήσεων είναι αναπόφευκτες, θέτοντας σε κίνδυνο την κερδοφορία των κατασκευαστών και επιβαρύνοντας τους καταναλωτές.
Η διαρθρωτική αλλαγή που επισημαίνει η Boston Consulting Group φαίνεται να είναι σε εξέλιξη, αναγκάζοντας τις εταιρείες να αναθεωρήσουν τις στρατηγικές τους και να προσαρμοστούν σε ένα νέο, πιο ακριβό περιβάλλον.
