Ο εξηλεκτρισμός της αυτοκίνησης αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός, όμως η Jeep –όπως έχει ήδη αποδείξει με τα καινοτόμα Plug-in Hybrid Renegade 4xe και Compass 4xe- ακολουθεί το δικό της δρόμο, αξιοποιώντας όλα τα πλεονεκτήματα των ηλεκτρικών κινητήρων, χωρίς όμως να χάνει στο ελάχιστο τον αυθεντικό της χαρακτήρα.
Το αμιγώς ηλεκτρικό Jeep Wrangler Magneto βασίζεται σε ένα 3θυρο Wrangler Rubicon, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Επικεφαλής σχεδιασμού της μάρκας στη Β. Αμερική, κ. Mark Allen, δημιουργήθηκε για να δουν πως θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε ακραίες συνθήκες ένα Jeep χωρίς κινητήρα εσωτερικής καύσης. Κάτω από το καπό θέση πήρε ένας νέος ηλεκτροκινητήρας που δημιουργήθηκε ειδικά για το Magneto, ο οποίος λειτουργεί στις 6.000σ.α.λ. Η απόδοση του είναι αντίστοιχη με τον V6 βενζινοκινητήρα Pentastar των 3,6 λίτρων, με 285 ίππους και 370Nm ροπής. Βέβαια σε σχέση με τον κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο ηλεκτροκινητήρας του Magneto έχει διαθέσιμη το σύνολο της ροπής από στάση, εκτοξεύοντας –εντελώς αθόρυβα- το πρωτότυπο μέχρι τα 100χλμ./ώρα σε μόλις 6,8δλ., με μηδενικούς ρύπους.
Αυτό που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη είναι η επιλογή ο κινητήρας να συνδυαστεί με ένα μηχανικό κιβώτιο 6 σχέσεων, κάτι που είναι εξαιρετικά ασύνηθες στον κόσμο των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Ο λόγος είναι ότι οι μηχανικοί της Jeep αποφάσισαν να συνδυάσουν τις καλύτερες δυνατές επιλογές για τους λάτρεις της εκτός δρόμου οδήγησης. Έτσι από την μία πλευρά υπάρχει ένας ηλεκτροκινητήρας με άφθονη ροπής και άμεση απόκριση ανεξάρτητα από την ταχύτητα του οχήματος και από την άλλη η επιλογή ο οδηγός να επιλέγει τη σχέση που ταιριάζει καλύτερα στις συνθήκες που οδηγεί.
Για την τροφοδοσία με ρεύμα του κινητήρα τοποθετήθηκαν 4 συστοιχίες μπαταριών λιθίου συνολικής χωρητικότητας 70 kWh. Το κύκλωμα λειτουργεί στα 800V τάσης, δηλαδή στην διπλάσια τάση σε σχέση με το Plug-in Hybrid Jeep Wrangler 4xe. Η επιλογή των θέσεων τοποθέτησης των μπαταριών επέτρεψε την ιδανική κατανομή βάρους μεταξύ των εμπρός και πίσω αξόνων και παράλληλα τον επαναπροσδιορισμό του κέντρου βάρους σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τη συμβατικά έκδοση. Το Magneto διαθέτει και δύο μπαταρίες 12V, με την πρώτη να τροφοδοτεί συστήματα όπως το ραδιόφωνο και τα φώτα, ενώ η δεύτερη λειτουργεί σαν εφεδρική μονάδα, αλλά και για την τροφοδοσία του «εργάτη», ένα ηλεκτρικό στοιχείο στο οποίο βασίζονται και τα βενζινοκίνητα Wrangler.
To εντυπωσιακό πρωτότυπο να μπορεί με άνεση να περάσει από υδάτινα κολλήματα βάθους 76εκ. Τα προστατευτικά στο πάτωμα σε συνδυασμό με το κιτ αύξησης της απόστασης από το έδαφος κατά 5εκ. δεν αφήνουν αμφιβολίες για τις ικανότητες αυτού του διαφορετικού, φιλικού προς το περιβάλλον, εντελώς αθόρυβου, αλλά 100% αυθεντικού Jeep.

Mercedes C-Class: 25 χρόνια από την εμβληματική σειρά 203
Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Mercedes κατέχει η C-Class 203, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα μοντέλα που έχουν κυκλοφορήσιε με το σήμα της. Η δεύτερη γενιά της C-Class παρουσιάστηκε πριν από 25 χρόνια στο Sindelfingen, ενσωματώνοντας προηγμένα συστήματα και μια πληθώρα τεχνολογιών που ήταν προνόμιο της υπερπολυτελούς S-Class. Μετά την 190 (W 201) και την πρώτη C-Class (σειρά 202), η 203 αναθεωρήθηκε πλήρως σε στιλιστικό και τεχνολογικό επίπεδο, ενώ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2006 είχαν ήδη πωληθεί περίπου 2 εκατ. οχήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ ξανά η μάρκα δεν είχε φτάσει τόσο γρήγορα σε αυτό το ορόσημο με μια μόνο σειρά ενός μοντέλου.
Σχεδιαστικά, η C-Class 203 κληρονόμησε στοιχεία από την S-Class 220 του 1998, κάτι που είναι εμφανές τόσο στο μπροστινό μέρος όσο και στη σμιλεμένη «ουρά» με τα χαρακτηριστικά τριγωνικά πίσω φώτα, ενώ διαφοροποιούνταν από τις προκατόχους της χάρη στο μακρύτερο μεταξόνιο, τους εμφανώς πιο κοντούς προβόλους και το πιο κεκλιμένο παρμπρίζ. Έμφαση δόθηκε και στην αεροδυναμική, με τον συντελεστή οπισθέλκουσας (cw) να περιορίζεται σε 0,26, εξασφαλίζοντας πολύ χαμηλά επίπεδα θορύβου στο εσωτερικό.
Από την S-Class προήλθαν, επίσης, και πολλές λειτουργίες, όπως το σύστημα ελέγχου και προβολής COMAND, ένα «ψηφιακό κέντρο ελέγχου» που αναπτύχθηκε πολύ καιρό πριν την εδραίωση των οθονών αφής, αλλά και το σύστημα LINGUATRONIC που εκτελούσε φωνητικές εντολές.
Πέρα από την έκδοση σεντάν, η σειρά διατέθηκε και σε δύο ακόμη παραλλαγές: τη σπορ κουπέ (CL 203) που παρουσιάστηκε στο τέλος του 2000 και τη estate (S 203) το 2001. Τα επίπεδα εξοπλισμού ήταν τα Classic, Elegance και Αvantgarde, ενώ οι κινητήρες ήταν τετρακύλινδροι και πεντακύλινδροι σε σειρά, καθώς και V6, με την κορυφαία έκδοση C 32 AMG να αποδίδει έως και 354 PS (με V6 μοτέρ και supercharger). Μετά την ανανέωση του μοντέλου το 2004, κορυφαία έκδοση ήταν η C 55 AMG με κινητήρα V8 και 367 ίππους, ενώ το σύστημα τετρακίνησης 4Matic ήταν προαιρετικά διαθέσιμο από το φθινόπωρο του 2002.
Οι μηχανικοί προίκισαν τη 203 με υψηλή ευελιξία, ενσωματώνοντας ανάρτηση με τριπλούς συνδέσμους εμπρός και πολλαπλούς συνδέσμους στον πίσω άξονα, θέτοντας νέα πρότυπα στον τομέα της δυναμικής οδήγησης. Παρ’ όλα αυτά, ο σπορ προσανατολισμός δεν υποβάθμιζε την υψηλή ποιότητα κύλισης που χαρακτηρίζει όλα τα μοντέλα της μάρκας.
Η Mercedes C-Class 203 θα πρωταγωνιστήσει στη συνάντηση κλασικών αυτοκινήτων “Classics & Coffee” που θα διεξαχθεί στο μουσείο της γερμανικής μάρκας στη Στουτγάρδη την Κυριακή 18 Μαΐου 2025.
