Ο Όμιλος BMW κατατάσσεται ως η πιο βιώσιμη εταιρεία αυτοκινήτων στον κόσμο και είναι ο μοναδικός κατασκευαστής που συγκαταλέγεται σταθερά ανάμεσα στους ηγέτες της βιομηχανίας.
Ποιο συγκεκριμένα, ο γερμανικός Όμιλος επικράτησε στην κατηγορία ‘Αυτοκίνητα’ σύμφωνα με την πρόσφατη κατάταξη που δημοσίευσε η S&P Dow Jones Indices για το Δείκτη Βιωσιμότητας Dow Jones Sustainability (DJSI), συγκεντρώνοντας 80 βαθμούς με άριστα το 100.
Συνολικά 39 εταιρείες από το χώρο της αυτοκινητοβιομηχανίας αξιολογήθηκαν το 2020. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το BMW Group έχει βελτιωθεί και στους τρεις τομείς αξιολόγησης (Διακυβέρνηση & Οικονομικά, Περιβάλλον, Κοινωνική διάσταση).
Μια σημαντική διάκριση που αντανακλά τις συνεχείς βελτιώσεις που εφαρμόζει η εταιρεία τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, σε όλο το δίκτυο παραγωγής του, το BMW Group έχει μειώσει την κατανάλωση ενέργειας ανά παραγόμενο όχημα κατά 40% και τις εκπομπές CO2 κατά 70% περίπου από το 2006. Όλες οι εγκαταστάσεις παραγωγής προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια αποκλειστικά και μόνο από ανανεώσιμες πηγές. Επίσης, ο Όμιλος BMW μείωσε τις εκπομπές CO2 από τα νέα του οχήματα που πωλούνται στην Ευρώπη κατά περίπου 42% το διάστημα 1995 - 2019. Η εταιρεία έχει καθιερώσει συστηματικά υψηλά περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα στη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας της και είναι πρωτοπόρος σε αυτό τον τομέα.
Κατά την παρουσίαση της νέας στρατηγικής κατεύθυνσης της εταιρείας για τη βιωσιμότητα τον Ιούλιο, η εταιρεία θέτει σαφείς στόχους για τη μείωση του διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2030. Το νέο στοιχείο είναι ότι αυτοί οι στόχοι επεκτείνονται για πρώτη φορά σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των προϊόντων: από την εφοδιαστική αλυσίδα μέχρι την παραγωγή και το τέλος της φάσης χρήσης.
Στόχος είναι η μείωση των εκπομπών CO2 ανά όχημα τουλάχιστον κατά ένα τρίτο, σε όλο το φάσμα. Για ένα στόλο περίπου 2,5 εκατομμυρίων οχημάτων, σύμφωνα με την παραγωγή του Ομίλου το 2019, αυτό θα αντιστοιχεί σε μείωση μεγαλύτερη των 40 εκατ. τόνων CO2 σε όλο τον κύκλο ζωής τους, μέχρι το 2030. Αυτό θα επιτευχθεί με τη μαζική επέκταση της ηλεκτροκίνησης. Σε δέκα χρόνια, θα υπάρχουν πάνω από επτά εκατομμύρια ηλεκτροκίνητα οχήματα του BMW Group στους δρόμους – από τα οποία τα δύο τρίτα θα διαθέτουν αμιγώς ηλεκτρικό σύστημα κίνησης.

Αβέβαιο το μέλλον του ανθρακονήματος στην Ευρώπη
Η πρόταση αποτελεί μέρος της αναθεώρησης της Οδηγίας για τα Οχήματα Τέλους Κύκλου Ζωής (End of Life Vehicles – ELV), η οποία ρυθμίζει την αποσυναρμολόγηση και την ανακύκλωση αυτοκινήτων στην Ε.Ε.
Στόχος είναι να αυξηθεί ο περιβαλλοντικός χαρακτήρας της διαδικασίας, αλλά για πρώτη φορά, το ανθράκονημα ταξινομείται ως επιβλαβές υλικό. Αν τελικά εγκριθεί, η απαγόρευση δεν θα τεθεί σε ισχύ πριν το 2029, αφήνοντας χρονικό περιθώριο για προσαρμογές.
Το ανθράκονημα έχει γίνει αναπόσπαστο υλικό στη βιομηχανία, χρησιμοποιούμενο κυρίως στην αεροναυπηγική, στις ανεμογεννήτριες, σε ορισμένα εξαρτήματα μοτοσικλετών αλλά και σε πολλά αυτοκίνητα – ιδιαίτερα σε premium κατηγορίες.
Είναι πιο ελαφρύ από το αλουμίνιο και πιο ανθεκτικό από τον χάλυβα, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για τη μείωση του βάρους, ειδικά στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, όπου η μεγάλη μπαταρία προσθέτει σημαντικό βάρος. Η χρήση του βοηθά στη βελτίωση της αυτονομίας και της οδικής συμπεριφοράς.
Η ανησυχία της Ε.Ε. εστιάζει στον τρόπο απόρριψης του υλικού. Κατά την ανακύκλωση ή την καύση του, τα νήματα ανθρακονήματος μπορεί να διασκορπιστούν στον αέρα, προκαλώντας προβλήματα στον εξοπλισμό και ενδεχομένως ερεθισμούς σε ανθρώπινους ιστούς.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες που επενδύουν συστηματικά στο ανθράκονημα ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά, ειδικά μάρκες όπως η McLaren, η οποία κατασκευάζει ολόκληρα πλαίσια από ανθράκονημα, αλλά και κατασκευαστές ηλεκτρικών μοντέλων υψηλής απόδοσης.
Οι ιαπωνικές εταιρείες Toray Industries, Teijin και Mitsubishi Chemical, που ελέγχουν πάνω από το 50% της παγκόσμιας αγοράς, επίσης αναμένεται να δεχτούν ισχυρό πλήγμα, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των πωλήσεών τους προέρχεται από την Ευρώπη.
Η παγκόσμια αγορά του ανθρακονήματος αποτιμήθηκε σε 5,48 δισ. δολάρια το 2024 και εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 17,08 δισ. μέχρι το 2035, σύμφωνα με εκτίμηση της Roots Analysis. Από αυτή, περίπου το 10% έως 20% αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί καθώς οι κατασκευαστές επιδιώκουν μείωση του βάρους.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η Ευρώπη πράγματι θα προχωρήσει σε αυτή την απαγόρευση, ή αν θα περιοριστεί σε αυστηρότερους κανόνες διάθεσης και ανακύκλωσης του υλικού. Μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν λίγα χρόνια για να βρουν εναλλακτικές ή να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους.
