Νέα μοντέλα

11 Mar, 2025 Ώρα 10:20

Ήρθε η νέα εποχή των Supersport, με την Yamaha R9;

Thumbnail

H Supersport κατηγορία μοτοσυκλετών αποτελείται από τις μοτοσυκλέτες που κατά κύριο λόγο τα τελευταία 27 χρόνια έχει στραφεί προς τη χρήση κυρίως για πίστα και track days, ερασιτεχνικούς αγώνες ή για καθαρά αγωνιστική χρήση. Η παρουσίαση το 1998 της πρώτης Yamaha R1, έκανε μια στροφή προς αυτήν την κατεύθυνση, σε σχέση με τις FZR 1000 και 600 που στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και όλη τη δεκαετία του ’90 έδιναν τη δυνατότητα και για καθημερινή χρήση και ταξίδια, βάσει των πιο φιλικών χαρακτηριστικών θέσης οδήγησης και της προστασίας από τον αέρα.

Close

 

 

Οι πιο σκληροπυρηνικές (Hardcore) supersport του 2000 μπορεί να αγαπήθηκαν από το πιο ειδικό κοινό που αναζητούσε την απόλυτη χαρά της σπορ οδήγησης, όμως οι πωλήσεις τους πήραν την κάτω βόλτα, από το 2000 και μετά, αρχικά λόγω της οικονομικής και οικολογικής κρίσης, αλλά και λόγω των αυστηρότερων ελέγχων των ορίων ταχυτήτων στην Ευρώπη και μαζί λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης στις πόλεις, όπου οι supersport δεν αισθανόταν καλά και σαν μην έφθαναν όλα αυτά, ήρθαν και οι προδιαγραφές Euro 4/5. Παράλληλα ως προς τη χρήση τους, απαιτούσαν περισσότερη εμπειρία και η τεχνολογία τους ήταν ακριβή, κάτι που απώθησε ένα μέρος της νέας γενιάς μοτοσυκλετιστών.

 

Close

 

Το 2010 οι αγοραστές στράφηκαν και σε άλλες κατηγορίες σπορ μοτοσυκλετών, όπως οι γυμνές που ήταν ευκολότερες στην καθημερινή χρήση και κρατούσαν κάποια καλά σπορ χαρακτηριστικά. Από το 2010 έως το 2018 περίπου η πτώση των πωλήσεων της κατηγορίας συνεχίστηκε, σε μικρότερο ρυθμό από ότι από το 2000 – 2010 και ειδικά από το 2020 και μετά έχει σταθεροποιηθεί, με μια ανοδική τάση παγκοσμίως.

 

 

Μέσα στην οικογένεια της Yamaha η σειρά “R” από το ελάχιστο του 7% των πωλήσεων της εταιρίας το 2021, έφτασε στο διπλασιασμό του 14% το 2024, χάρις κυρίως στην R7, το μοντέλο που συνεχίζοντας την επιτυχημένη συνταγή της R3, καθιερώνει τη νέα εποχή των Supersport, που έρχεται να ολοκληρωθεί με τη νέα R9.

 

 

Ας δούμε πως το βλέπει από την πλευρά της η Ιαπωνική εταιρία:

“Για τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η σειρά R της Yamaha έχει γίνει συνώνυμο της ταχύτητας, της απόδοσης και του στυλ.

Η κυκλοφορία ενός νέου μοντέλου ‘R’ υπήρξε πάντα μια στιγμή που άλλαζε τα δεδομένα για την Yamaha, από την παρουσίαση του αυθεντικού R1 το 1998, ακολουθούμενο από το R6 έναν χρόνο μετά και το εμβληματικό YZF-R7, μέχρι την αναζωογόνηση της κατηγορίας εισόδου με το R125 το 2008. Το 2015, είδαμε την εισαγωγή ηλεκτρονικών επιπέδου MotoGP στην κατηγορία Supersport με το R1 και R1M, και ακολούθως το R7 με κινητήρα CP2 το 2021, που πρόσθεσε μια εντελώς νέα διάσταση στην αγορά Supersport.

Και τώρα, το 2025, ήρθε η στιγμή να ξανα-ορίσουμε την κατηγορία Supersport με το τελευταίο, πολυαναμενόμενο μοντέλο που εντάσσεται στη θρυλική σειρά R: το R9.

Προσφέροντας συναρπαστική απόδοση και την κορυφαία τεχνολογία για την οποία είναι διάσημη η σειρά R, το R9 αντιπροσωπεύει μια εντελώς νέα γενιά Supersport.

Close

 

 

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η αγορά Supersport έχει αλλάξει με τα χρόνια, με τις ανάγκες και τις επιθυμίες των αναβατών να εξελίσσονται και τις κανονιστικές διατάξεις εκπομπών να γίνονται πιο αυστηρές. Αυτή η αλλαγή οδήγησε την Yamaha στην απόφαση να μετατρέψει το εμβληματικό R1 σε μοντέλο για πίστα μόνο από το 2025, με την εισαγωγή του R1 RACE και τη συνέχιση του R1 GYTR.

Και ενώ τα R1 GYTR και R1 RACE και η απόλυτη απόδοσή τους στην πίστα παραμένουν τα κορυφαία μοντέλα της σειράς Supersport, η Yamaha παραμένει αφοσιωμένη στο μέλλον της κατηγορίας Supersport για τον δρόμο. Η επιθυμία και η ζήτηση που έχει προκύψει από την κυκλοφορία του R7 δείχνει ξεκάθαρα ότι υπάρχει χώρος για μοντέλα Supersport για το δρόμο.

Η εισαγωγή του R9 ολοκληρώνει την ανωτέρων επιδόσεων κατηγορία Supersport, η οποία προοδεύει από το μοντέλο εισόδου R125 στην κατηγορία Α2 με το R3, το μεσαίου βάρους R7 και τώρα το R9 για το δρόμο, ενώ τα πάντα σημαντικά R1 GYTR, R1 RACE, R6 GYTR και R6 RACE διατηρούν τη θέση τους στην γκάμα με την εξαιρετική τους απόδοση για την πίστα.

Ενώ αυτή η νέα γενιά Supersport σηματοδοτεί την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, η ταυτότητα της σειράς Supersport παραμένει η ίδια, γεννημένη από το αγωνιστικό DNA της Yamaha. Από τα σχεδιαστικά στοιχεία μέχρι την τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί στις πίστες, κάθε μοντέλο Supersport είναι προϊόν των αγώνων της Yamaha στο υψηλότερο επίπεδο.

 

 

Το μοντέλο R9 παίρνει αυτή την αποδεδειγμένη, αγωνιστική τεχνολογία και σχεδίαση και τη συνδυάζει με την παγκοσμίως αναγνωρισμένη πλατφόρμα του τρικύλινδρου κινητήρα CP3, η οποία έχει επαναστατήσει στην Yamaha την τελευταία δεκαετία. Ο συνδυασμός αυτού του περίφημου κινητήρα με υψηλή ροπή και την εξαιρετική, σπορ οδήγηση της Yamaha δημιουργεί ένα τέλεια ισχυροποιημένο μοντέλο Supersport, άξιο της θέσης του ως ναυαρχίδα της σειράς R, προσφέροντας χρήση και αποδοτικότητα στο δρόμο και ικανότητα για την πίστα.”

Μάλιστα, η Yamaha αφουγκραζόμενη τις ανάγκες των καιρών, που θέλουν τον ιδιοκτήτη μιας τέτοιας μοτοσυκλέτας, να μπορεί να κινείται και κάθε μέρα προς τη δουλειά του, να μπορεί να κάνει ένα ταξίδι χωρίς να πιάνονται τα χέρια του και να μπορεί να μπαίνει σε μια πίστα και να χαίρεται τη σπορ οδήγηση, χωρίς να φοβάται από την υπερβολική δύναμη και χωρίς να κουράζεται από τη θέση οδήγησης, μας παρουσιάζει την R9.

Τεχνικά χαρακτηριστικά Yamaha R9

Κινητήρας

Τύπος κινητήρα: 4-χρονος; Υγρόψυκτος; DOHC; 4-βάλβιδες; 3-κύλινδρος

Κυβισμός: 890 cc

Διάμετρος x διαδρομή: 78,0 mm × 62,1 mm

Σχέση συμπίεσης: 11,5 : 1

Σύστημα λίπανσης: Υγρό κάρτερ

Τύπος συμπλέκτη: Υγρός; Πολύδισκος

Σύστημα ανάφλεξης: TCI

Σύστημα εκκίνησης: Ηλεκτρικό

Σύστημα μετάδοσης: 6 ταχύτητες

Τελική μετάδοση: Αλυσίδα

Σύστημα καυσίμου: Έγχυση καυσίμου

Μέγιστη ισχύς: 87.5 kW (119 PS) @ 10,000 rpm

Μέγιστη ροπή: 93.0 Nm (9.5 kgm) / 7,000 rpm

Εκπομπές CO2: 116 g/km

Πλαίσιο

Σκελετός: Τύπου Διαμαντιού, αλουμινίου

Μπροστινό σύστημα ανάρτησης: Τηλεσκοπικό πιρούνι ΚΑΥΒΑ, Ø 43 mm

Μπροστινή διαδρομή: 120 mm

Οπίσθιο σύστημα ανάρτησης: Ανάρτηση με σύνδεσμο; αμορτισέρ ΚΑΥΒΑ

Οπίσθια διαδρομή: 118 mm

Μπροστινό φρένο: Υδραυλικό διπλό δισκόφρενο BREMBO, Ø 320 mm

Οπίσθιο φρένο: Υδραυλικό μονοδισκόφρενο, Ø 220 mm

Μπροστινό ελαστικό: 120/70ZR17M/C (58W)

Οπίσθιο ελαστικό: 180/55ZR17M/C (73W)

Γωνία Κάστερ: 22°35′

Ίχνος: 94 mm

Διαστάσεις

Συνολικό μήκος: 2,070 mm

Συνολικό πλάτος: 705 mm

Συνολικό ύψος: 1,180 mm

Ύψος σέλας: 830 mm

Μεταξόνιο: 1,420 mm

Ελάχιστη απόσταση από το έδαφος: 140 mm

Βάρος γεμάτη (με λάδια και βενζίνη): 195 kg

Χωρητικότητα δεξαμενής καυσίμου: 14 L

Χωρητικότητα δεξαμενής λαδιού: 3.50 L

02 Dec, 2024 Ώρα 09:55

Νέα Ducati Streetfighter V4 με κινητήρα Desmosedici Stradale 214 ίππων!

Thumbnail

Η νέα Ducati Streetfighter V4 είναι η πιο αποδοτική Fight Formula, όλων των εποχών!

Close

Το έβδομο επεισόδιο της Ducati World Première είχε σαν πρωταγωνιστή τη νέα Streetfighter V4 που γεννήθηκε με την εφαρμογή της φιλόσοφίας Fight Formula στη νέα Panigale V4 – την επαναστατική 7η γενιά superbikes της Ducati – εξελίσσοντας έτσι όλα τα σημεία αναφοράς της κατηγορίας όσον αφορά στις επιδόσεις, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει την άνεση και την ευχαρίστηση που προσφέρει στον αναβάτη της στη καθημερινή χρήση στο δρόμο.

Η νέα Streetfighter V4 είναι η πιο εντυποσιακή, ταχύτερη και εξελιγμένη superbike της Ducati όλων των εποχών, χωρίς φέρινγκ, με μεγάλο τιμόνι, βάρος 189 kg, κινητήρα Desmosedici Stradale με 214 hp, αεροδυναμικά πτερύγια και ένα πακέτο ηλεκτρονικών συστημάτων. που είναι μοναδικό στον κόσμο.

Close

Η σύνδεση με την Panigale V4 είναι τώρα πιο άμεση από ποτέ: ο κινητήρας είναι στην ίδια διαμόρφωση – η διαφορά των δύο ίππων οφείλεται σε διαφορές στην εισαγωγή – όπως και το πλαίσιο και οι ηλεκτρονικές δυνατότητες.

Για πρώτη φορά, η Ducati επέλεξε να μεταφέρει την τεχνολογία και τις επιδόσεις της Panigale V4 σε μια γυμνή μοτοσυκλέτα χωρίς καμία φειδώ, δημιουργώντας μια μοτοσυκλέτα που συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο κόσμους. Συμπεριφορά supersport μοτοσυκλέτας στην πίστα και οδική απόλαυση σαν μιας γνήσιας naked.

Close

Η εντυπωσιακή αναλογία ισχύος/βάρους 1,13 hp/Kg, που προέρχεται από έναν ελαφρύτερο και ισχυρότερο κινητήρα (+6 hp), εγκεκριμένο κατά Euro5+, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις των ηλεκτρονικών συστημάτων και του πλαισίου, όπως DVO, ανάρτηση Öhlins Smart EC3.0 και το νέο σύστημα πέδησης Race eCBS, καθιστούν τη νέα Streetfighter V4 ακόμα πιο αποτελεσματική στην πίστα.

Ταυτόχρονα, είναι σε θέση να εγγυηθεί μεγάλη διασκέδαση στο δρόμο με κορυφαία άνεση στην καθημερινή οδήγηση.

Αυτό οφείλεται στο ευρύτερο εύρος βαθμονόμησης που εγγυώνται οι αναρτήσεις, σε ένα πιο αυστηρό πλαίσιο που δίνει στον αναβάτη μεγαλύτερη αίσθηση και ευκολία οδήγησης και σε έναν πιο περιορισμένο θόρυβο εξάτμισης, αλλά ταυτόχρονα ικανό να δώσει εξαιρετικό χαρακτήρα στη μοτοσυκλέτα.

 

 

Κινητήρας Desmosedici Stradale

Ο κινητήρας της Streetfighter V4 προέρχεται από αυτόν της Panigale V4, με ακόμη πιο άμεση σύνδεση από το προηγούμενο μοντέλο.

Ο Desmosedici Stradale προέρχεται από τον κινητήρα των μοτοσυκλετών Ducati που αγωνίζονται στο MotoGP, με τις οποίες μοιράζεται πολλές τεχνικές λύσεις, ξεκινώντας από την αρχιτεκτονική.

Πρόκειται για έναν V4 90° με δεσμοδρομική κατανομή, στροφαλοφόρο άξονα αντίθετης περιστροφής και χρονισμό Twin Pulse, ο οποίος δίνει στην Streetfighter V4 έναν ήχο πολύ παρόμοιο με αυτόν του Desmosedici GP.

Η Desmosedici Stradale της νέας Streetfighter V4 έχει αναθεωρήσει το διάγραμμα κατανομής της σε σύγκριση με την έκδοση του προηγούμενου μοντέλου, και διαφορετικού προφίλ εκκεντροφόρους.

Η γεννήτρια και η αντλία λαδιού είναι τα ίδια με αυτά της Panigale V4 R, ενώ η “φλογέρα” στο κιβώτιο ταχυτήτων είναι ίδια με αυτή της Superleggera V4, απίσης για πρώτη φορά, η Streetfighter V4 διαθέτει αυλούς εισαγωγής μεταβλητού μήκους, απο 25 mm μέχρι 80 mm, αυξάνοντας έτσι ταυτόχρονα τη μέγιστη ισχύ αλλά και την ευκολία οδήγησης.

Ο κινητήρας Desmosedici Stradale προδιαγραφών Euro5+ και αποδίδει 214 ίππους στις 13.500 σ.α.λ. με μέγιστη ροπή 12,2 Kgm στις 11.250 σ.α.λ.

Τιμές που μπορεί να είναι υψηλότερες για χρήση σε πίστα: Με την αγωνιστική εξάτμιση Ducati Performance by Akrapovič, η μέγιστη ισχύς αυξάνεται στους 226 ίππους.

 

 

Design

Ο σχεδιασμός της νέας Streetfighter V4 διατηρεί το αδιαμφισβήτητο DNA της Streetfighter και τον χαρακτήρα της Panigale άλλα χωρίς το φέρινγκ.

Με πιο ισορροπημένες αναλογίες και κατανομή των όγκων μεταξύ εμπρός και πίσω, οι γραμμές της Streetfighter V4 στοχεύουν προς τα εμπρός και κάνουν τη μοτοσυκλέτα να φαίνεται έτοιμη να εκτοξευθεί προς την επόμενη στροφή.

Ένας εντελώς νέος προβολέας full-LED ενισχύει το επιθετικό στυλ διατηρώντας ταυτόχρονα την χαρακτηριστική μπροστινή όψη. Σ

το πίσω μέρος, τα full-LED φώτα χωρίζονται λειτουργικά σε δύο μέρη, δημιουργώντας το διπλό C που χαρακτηρίζει το πιο σπορ μοντέλα Ducati.

Το ιδιαίτερα στενό ρεζερβουάρ των 16 λίτρων χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστικό το φαρδύ επάνω μέρος που συνεχίζει στην ουρά, που τώρα έχει μικρότερη βάση πινακίδας ενώ η σέλα του συνεπιβάτη είναι τοποθετημένη χαμηλότερα από ότι στη Streetfighter V4 του 2024.

Και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν σχεδιαστεί για να συνδυάζουν στυλ και λειτουργικότητα, βελτιώνοντας την εργονομία στην σπορ οδήγηση.

Δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα εμπρός διπλά πτερύγια, χαρακτηριστικό στοιχείο του μοντέλου από την πρώτη του έκδοση.

Σε σύγκριση με το προηγούμενο μοντέλο, είναι πιο αποτελεσματικά (+17 kg κάθετης δύναμης στα 270 km/h) και ενσωματώνονται στη γραμμή με πιο εκλεπτυσμένο και εξελιγμένο τρόπο.

Τα πτερύγια επιτρέπουν μια ιδιαίτερα γρήγορη γεωμετρία πλαισίου που ταυτόχρονα παραμένει πολύ σταθερή στις υψηλές ταχύτητες.

Τέλος, η εξάτμιση που τοποθετείται κάτω από τον κινητήρα διατηρεί το στιλιστικό αποτύπωμα των σπορ μοτοσυκλετών της Ducati, διατηρώντας το κέντρο βάρους χαμηλό και αφήνοντας μια καθαρή εικόνα του νέου κοίλου διπλού ψαλιδιού, που αναδεικνύεται οπτικά από την απουσία του όγκου της εξάτμισης.

 

 

Εργονομία

Η θέση οδήγησης της νέας Streetfighter V4 προέρχεται από εκείνη της Panigale V4, αλλά έχει καθοριστεί με διπλό στόχο τη βελτίωση του ελέγχου και την αύξηση της άνεσης, ειδικά για ψηλότερους αναβάτες.

Το σύνολο ρεζερβουάρ-σέλας, χάρη στη αυξημένη ευρυχωρία, προσφέρει στον αναβάτη μεγαλύτερη ελευθερία διαμήκους κίνησης και την τοποθέτηση και διατήρηση μιας πιο αεροδυναμικής στάσης.

Μια βαθιά εσοχή στο πάνω μέρος αποτρέπει στο προστατευτικό πηγουνιού του κράνους να βρίσκει στο ρεζερβουάρ.

Ταυτόχρονα, η πίσω περιοχή του ρεζερβουάρ, σε συνδυασμό με τα πλαϊνά καλύμματα και το σχήμα της σέλας, υποστηρίζει καλύτερα τον αναβάτη κατά το φρενάρισμα, κατά την είσοδο αλλά και την διάρκεια της στροφής.

Ο αναβάτης με μεγαλύτερη ευκολία σταθεροποιεί τα γόνατά του για να αντισταθμίσει την επιβράδυνση και να βγει έξω από τη σέλα όταν η μοτοσυκλέτα βρίσκεται σε κλίση, μειώνοντας έτσι την προσπάθεια στα χέρια και επομένως μειώνει την κόπωση και αυξάνει τον έλεγχο.

Σε σύγκριση με το προηγούμενο μοντέλο, η κλίση του τιμονιού έχει μετακινηθεί προς τα πίσω, έχει έρθει πιο κοντά στον αναβάτη κατά 10 mm, και τα μαρσπιέ είναι χαμηλότερα και πιο εμπρός, τοποθετημένα 10 mm πιο μέσα.

Αυτό αυξάνει την άνεση για τον αναβάτη χωρίς συμβιβασμούς στην απόσταση από το έδαφος. Τέλος, 2 κανάλια που βρίσκονται μέσα στα πλαϊνά πάνελ απομακρύνουν τον ζεστό αέρα από τα πόδια του αναβάτη, μειώνοντας την θερμοκρασία που φθάνει στα πόδια του αναβάτη.

 

 

Πλαίσιο προερχόμενο από το MotoGP

Η Streetfighter V4 δεν ήταν ποτέ τόσο κοντά στην Panigale V4. Χάρη στο πολύ στιβαρό πλαίσιο της νέας superbike από την Borgo Panigale, σε αυτό το μοντέλο δεν ήταν απαραίτητο να επιμηκυνθεί το ψαλίδι για να δοθεί σταθερότητα στη μοτοσυκλέτα, αλλά ήταν αρκετό μόνο να δοθεί προσοχή στις διαστάσεις του μπροστινού πλαισίου (+0,5° γωνία διεύθυνσης, +1 mm στο ίχνος) για να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ ευελιξίας και σταθερότητας.

Προερχόμενο απευθείας από τη νέα Panigale, το πλαίσιο της Streetfighter V4 είναι εντελώς νέο.

Το μπροστινό τμήμα είναι ελαφρύτερο (3,47 kg σε βάρος σε σύγκριση με το προηγούμενο 4,42) και με μειωμένη πλευρική ακαμψία σε σύγκριση με το προηγούμενο μοντέλο (-39% ) για να προσφέρει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη υπό κλίση και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην κορυφή της στροφής και στη διατήρηση της τροχιάς.

Επιπλέον, το κοίλο συμμετρικό διπλό ψαλίδι της Ducati, βελτιώνει την πρόσφυση στην έξοδο από τις στροφές και την αίσθηση του αναβάτη κατά την επιτάχυνση, με μείωση της πλευρικής ακαμψίας (-43% σε σύγκριση με το μονόπλευρο ψαλίδι του προηγούμενου μοντέλου) και συνολική ελάφρυνση όλου του πίσω μέρους της μοτοσυκλέτας, ίση με 2,9 kg.

Στη Streetfighter V4 S, οι σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου με πέντε ακτίνες, εμπνευσμένες από αυτές του DesmosediciGP, ζυγίζουν μόνο 2,95kg και 4,15 kg αντίστοιχα, εμπρός και πίσω.

Η ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση Öhlins NIX/TTX τρίτης γενιάς της νέας Streetfighter V4 S επεκτείνει το φάσμα ρύθμισής της, επιτρέποντας τη χρήση πιο άνετων επιλογών για χρήση στο δρόμο και πιο σφικτών και αποτελεσματικών κατά την απαιτητική οδήγηση της πίστας.

Ταυτόχρονα, η αυξημένη ταχύτητα των υδραυλικών βαλβίδων προσφέρει ακριβέστερη και πιο άμεση απόκριση σε κάθε κατάσταση οδήγησης.

Επιπλέον, σε σύγκριση με την Panigale V4, ο σύνδεσμος της πίσω ανάρτησης έχει αναθεωρηθεί για να προσφέρει μεγαλύτερη άνεση στο δρόμο, η οποία αυξάνεται περαιτέρω χάρη στη στρατηγική “Cruise Detection”.

Η στρατηγική αυτή μαλακώνει την ανάρτηση όταν ανιχνεύει σταθερό ρυθμό, όπως στην οδήγηση σε αυτοκινητόδρομο, αυξάνοντας σημαντικά την άνεση του αναβάτη.

Όπως και η νέα Ducati Panigale V4, έτσι και η νέα Streetfighter V4 διαθέτει δαγκάνες εμπρός φρένων Brembo Hypure™.

Ελαφρύτερες (-60 γρ. ανά ζεύγος σε σύγκριση με τις Stylema του προηγούμενου μοντέλου) και υψηλότερης απόδοσης, οι δαγκάνες Brembo Hypure™ διαχέουν τη θερμότητα που παράγεται από το φρενάρισμα πιο αποτελεσματικά, προσφέροντας πιο σταθερή απόδοση και επομένως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα για τους αναβάτες στην αναζήτηση των ορίων τους.

Το σύστημα Race eCBS με λειτουργία Cornering, που αναπτύχθηκε από την Ducati σε συνεργασία με την Bosch, είναι σε θέση να ενεργοποιήσει και να ρυθμίσει το πίσω φρένο, περιορίζοντας τις μεταφορές φορτίου και βελτιώνοντας τη σταθερότητα της μοτοσυκλέτας στη φάση φρεναρίσματος τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα, ακόμα και όταν ο αναβάτης πατάει μόνο το μπροστινό φρένο.

Το σύστημα, το οποίο προσφέρει πέντε επίπεδα έναντι των τριών του προηγούμενου μοντέλου Streetfighter, παρεμβαίνει με παρόμοιο τρόπο με αυτό που κάνουν οι επαγγελματίες αναβάτες στα πιο χαμηλά επίπεδα, που προορίζονται για χρήση στην πίστα, βελτιώνοντας παράλληλα την ασφάλεια και τη σταθερότητα στα υψηλότερα επίπεδα, τα οποία είναι σχεδιασμένα για χρήση στο δρόμο.

 

 

Ducati Vehicle Observer

Το Ducati Vehicle Observer, ένας αλγόριθμος που αναπτύχθηκε από την Ducati Corse στο MotoGP, προσομοιώνει την λειτουργία περισσότερων από 70 αισθητήρων, βελτιώνοντας έτσι τις στρατηγικές ηλεκτρονικού ελέγχου, οι οποίες μπορούν να επιτύχουν πρωτοφανή αποτελεσματικότητα στη μαζική παραγωγή.

Η ακρίβεια αυτής της λειτουργικότητας επιτρέπει στα χειριστήρια να παρεμβαίνουν με σχεδόν διαισθητικό τρόπο για να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες του αναβάτη στην αναζήτηση της μέγιστης απόδοσης.

Η νέα Streetfighter V4 είναι εξοπλισμένη με ένα πλήρες πακέτο ηλεκτρονικών: Ducati Traction Control DVO, Ducati Slide Control, Ducati Wheelie Control DVO, Ducati Power Launch DVO, Engine Brake Control και Ducati Quick Shift 2.0.

Το σύστημα DQS 2.0 χρησιμοποιεί μια στρατηγική που βασίζεται αποκλειστικά στον αισθητήρα γωνιακής θέσης του τυμπάνου ταχυτήτων, έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει λεβιέ ταχυτήτων χωρίς μικροδιακόπτες και έτσι να προσφέρει στον αναβάτη μια πιο άμεση αίσθηση με μειωμένη διαδρομή.

 

 

Νέος πίνακας οργάνων 8:3

Ο νέος πίνακας οργάνων 6,9″ με αναλογία διαστάσεων 8:3 προσφέρει μέγιστη αναγνωσιμότητα και είναι τέλεια ενσωματωμένος στη γραμμή του νέου μοντέλου.

Το προστατευτικό γυαλί χρησιμοποιεί τεχνολογία οπτικής συγκόλλησης, για να εγγυηθεί βέλτιστη αναγνωσιμότητα σε μαύρο φόντο ακόμη και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Το σύστημα προσφέρει διαφορετικές διαμορφώσεις, (Infomode) για χρήση στο δρόμο ή στην πίστα, συνδυάζοντας την πληρότητα και την αναγνωσιμότητα των πληροφοριών για χρήση στο δρόμο, ή υποστηρίζοντας τον μοτοσυκλετιστή στην αναζήτηση μέγιστων επιδόσεων σε χρήση στην πίστα.

Ο πίνακας οργάνων αλλάζει δυναμικά τη διάταξή του, μετακινώντας τις στήλες και ανακατανέμοντας τον χώρο στην οθόνη, για να προσφέρει μέγιστη ορατότητα στις λειτουργίες που χρησιμοποιούνται, όπως πχ η πλοήγηση.

Ομοίως, επιλέγοντας τo View mode, η αριστερή στήλη κερδίζει χώρο μετακινώντας το στροφόμετρο προς τα δεξιά και συμπιέζοντας τη δεξιά στήλη, για να εμφανίσει τις διάφορες διαθέσιμες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένου του TPMS, της στιγμιαίας ροπής και της παρεχόμενης ισχύος, των πλευρικών και διαμήκων τιμών επιτάχυνσης, των στιγμιαίων τιμών για την γωνία κλίσης και της δράσης στο γκάζι και το φρένο.

Το Road Infomode έχει πολύ καθαρά γραφικά, με μεγάλη έμφαση στο κυκλικό στροφόμετρο, τοποθετημένο στο κέντρο και με την ένδειξη της επιλεγμένης ταχύτητας.

Η αριστερή πλευρά της οθόνης προορίζεται για τις ρυθμίσεις, την πλοήγηση, εάν είναι εγκατεστημένη, τη συσκευή αναπαραγωγής μουσικής, τη διαχείριση του smartphone και των θερμαινόμενων grip (αξεσουάρ) και τις διάφορες λειτουργίες που είναι διαθέσιμες για καθεμία από αυτές τις λειτουργίες.

Στη δεξιά πλευρά υπάρχουν οι ενδείξεις ταχύτητας, ώρας, θερμοκρασίας νερού και cruise control, εφόσον είναι ενεργοποιημένη.

Το Track mode, σε συνδυασμό by default με τη λειτουργία Race Riding Mode, έχει σχεδιαστεί για να δίνει τη μέγιστη έμφαση στις πιο σχετικές πληροφορίες στην οδήγηση πίστας.

Το στροφόμετρο είναι τοποθετημένο στο πάνω μέρος της οθόνης, με κλίμακα συμπιεσμένη έως τις 9.000 σ.α.λ., ενώ στο κέντρο ο αναβάτης βρίσκει την ένδειξη της σχέσης μετάδοσης ενεργοποιημένη, και στα δεξιά τα επίπεδα που έχουν οριστεί για τα ηλεκτρονικά χειριστήρια (τροποποιήσιμα μέσω του δεξιού rocker) και την ενεργοποίησή τους.

Στην αριστερή στήλη βρίσκουμε το χρονόμετρο, το οποίο τοποθετώντας το αξεσουάρ DDL ή μέσω της μονάδας GPS είναι σε θέση να δείξει τον χρόνο γύρου με διαφορετικούς χρόνους split, τον αριθμό γύρου και την ένδειξη της βελτίωσης σε απόλυτους όρους ή σε σχέση με το σχετικό session χρησιμοποιώντας τους ίδιους χρωματικούς κωδικούς – λευκό, γκρι, πορτοκαλί, κόκκινο – που χρησιμοποιούνται στο MotoGP.

 

 

H νέα Streetfighter V4, διατίθεται στις εκδόσεις V4 και V4 S και αναμένεται στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2025.

Streetfighter V4 S

Χρώμα

◆Ducati Red με πλαίσιο Urban Grey, μαύρες ζάντες και μαύρο ματ μπροστινό φτερό

 

Κύρια βασικά χαρακτηριστικά

◆ Κινητήρας Desmosedici Stradale, 1.103 cc

◆ Μέγιστη ισχύς 214 hp στις 13.500 σ.α.λ.

◆ Μέγιστη ροπή 12,2 Kgm στις 11.250 σ.α.λ.

◆ Βάρος πλήρης υγρών, χωρίς καύσιμο: 189 Kg

◆”Μπροστινό πλαίσιο”

◆ Ρεζερβουάρ αλουμινίου 16 λίτρων

◆ Ηλεκτρονική ανάρτηση Ducati (DES) 3.0

◆ Πιρούνι Öhlins NIX-30 με σύστημα ελέγχου Öhlins Smart EC 3.0

◆ Αμορτισέρ Öhlins TTX 36 με σύστημα ελέγχου Öhlins Smart EC 3.0

◆ Σταμπιλιζατέρ τιμονιού Öhlins με σύστημα ελέγχου Öhlins Smart EC 3.0

◆ Σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου

◆ Μπαταρία λιθίου

◆ Σύστημα πέδησης με δαγκάνες Brembo Hypure™ monobloc

◆ Ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa με 200/60 πίσω

◆ Ενσωματωμένα αεροδυναμικά πτερύγια

◆ Πακέτο ηλεκτρονικών τελευταίας γενιάς με αδρανειακή μονάδα μέτρησης 6 αξόνων (6D IMU):

◆ Race eCBS με λειτουργία Cornering | Ducati Traction Control (DTC) | Έλεγχος ολίσθησης Ducati (DSC) |Ducati Wheelie Control (DWC) | Ducati Power Launch (DPL) | Ducati Quick shift up/down (DQS) | Engine Brake Control (EBC) | Ducati Vehicle Observer (DVO)

◆ Κουμπιά γρήγορης αλλαγής προγραμμάτων

◆ Νέος πίνακας οργάνων TFT 6,9″ με αναλογία διαστάσεων 8:3

◆ Riding Modes (Race, Sport, Road, Wet)

◆ Προβολέας full-LED με DRL

◆ Μονόσελο (κιτ σέλας συνοδηγού, μέσω αξεσουάρ)

◆ Προεγκατάσταση για Ducati Data Logger (DDL) and Ducati Multimedia System (DMS)

Streetfighter V4

Ίδιος βασικός εξοπλισμός με το Streetfighter V4 S χωρίς τα παρακάτω :

◆ Βάρος πλήρης υγρών, χωρίς καύσιμο: 191 kg

◆ Πιρούνι Showa 43 mm (BPF), πλήρως ρυθμιζόμενο

◆ Sachs monoshock, πλήρως ρυθμιζόμενο

◆ Σταμπιλιζατέρ τιμονιού Sachs

◆ Ζάντες ελαφρού κράματος πέντε ακτίνων

◆ Μπαταρία λιθίου